ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

FullSizeRender (1)

 

” ΜΙΑ ΖΩΗ “

Η strip – teaser έκανε το νούμερό της, τυλίγοντας το γυμνό της σώμα στο στύλο της σκηνής. Εκείνος, την παρακολουθούσε, πάνω απ’ το τρίτο Bloody Mary, νιώθοντας την στύση του να μεγαλώνει. Για μια στιγμή, νόμισε πως είδε στην σκηνή, ένα φίδι να κουλουριάζεται σ’ ένα κορμό δένδρου. Τα μάτια του είχαν γλαρώσει, όταν ξαφνικά ένοιωσε δυνατά σκουντήματα και τραβήγματα. Ήταν οι μπράβοι του μπαρ που τον έσπρωχναν, να σηκωθεί.
“Σήκω ρε’ το μαγαζί κλείνει, αύριο πάλι!”
“Να τελειώσω το ποτό μου”, είπε εκείνος.
“Θα φύγεις τώρα! Άκουσες;! Άντε μην σ’ αρχίσω στις γρήγορες”, έκανε ο μπράβος, όλο και σπρώχνοντάς τον.
“Καλά, καλά! φεύγω! Μη σπρώχνετε. Μια ζωή με σπρώχνουν. Εντάξει! Εντάξει, φεύγω.”
Κουτσένοντας στο ανάπηρο πόδι του, βγήκε απ΄το μπαρ. ‘Εξω, η νύχτα της πόλης, ήταν κατάφωτη.Τα φώτα – νέον, οι επιγραφές, οι ρεκλάμες αναβόσβηναν, τα αυτοκίνητα που έτρεχαν στις λεωφόρους, και τις ανισόπεδες διαβάσεις σχημάτιζαν γραμμές, κόκκινες, άσπρες, και κίτρινες, αφήνοντας το υπόκωφο βουητό τους, ένα θέαμα που ζάλιζε τα μάτια και τ’ αυτιά.
Περνούσε έξω από τα γυμνόστηθα μπαρ, τα πορνο – σινεμά. Κάπου, οι πεταλουδίτσες τιτίβιζαν, χασκογελώντας και λέγοντας τα δικά τους. Ξεχώρισε ένα κορίτσι που καθόταν κάπως απόμερα. Ήταν πανέμορφη, κοιτούσε στοχαστικά μπροστά της, την λεωφόρο.
Την πλησίασε: “Κορίτσι….” Αυτή του έρριξε ένα δηλητιριώδες βλέμμα. “Δεν είμαι κορίτσι. Και δεν σε γουστάρω. Βρωμάς αλκοόλ, είσαι και κουτσός. Στρίβε, κύριος.”
Έκανε να πει: “Περιφρονείς τα λεφτά μου…” Ένιωσε τότε, ένα χέρι να τον σπρώχνει απ’ τον ώμο. “Στίβε, κύριος. ‘Ασε ήσυχη την κοπέλα. Δεν βλέπεις; Δε σε γουστάρει” Ήταν ο προαγωγός της, που όλο και τον έσπρωχνε, να πάρει παραπέρα. “Καλά, καλά, του δίνω, μη σπρώχνεις”
Χάθηκε πάλι στο δάσος από νέον, παραπατώντας, μη ξέροντας κατά που να πάει. Να και μια παρέα, Ζίππυς, διασκεδάζοντας, γελώντας δυνατά, με τα μακρυά τους μαλλιά, τα μαύρα ρούχα, κρατώντας ηλεκτρικές κιθάρες – έρχονταν από μια συναυλία. Στάθηκε να τους δει καλύτερα. Εκείνοι τον είδαν, χαμογελώντας κοροιδευτικά. Τους ζήλευε, αλλά και πάλι, τους έβλεπε οργισμένος. Εκείνος δεν έκανε διαδηλώσεις και πορείες, δεν είχε κάψει δημόσια την κλήση του, της στρατολογίας. Ξαναθυμήθηκε το Βιετνάμ. Ήταν ένα απόγευμα, όπου μετά από έναν Ομηρικό καυγά, με τον Πατέρα του, που μισούσε, έφυγε κακήν κακώς, απ’ το σπίτι τους, και κατέβηκε στην Πλατεία των Τάιμς, μέθυσε μαζί με άλλους νέους, και πήγαν όλοι να καταταγούν, για να υπηρετήσουν τον Μπάρμπα Σαμ, και να προστατέψουν τη Δημοκρατία, και τα συμφέροντα της Πατρίδας. Είχε πάλι, την έμμονη ανάμνηση. Ένας στόλος από ελικόπτερα Χιούι να επιπίπτουν, σαν πράσινες σιδερένιες ακρίδες, στο χωριουδάκι των Βορειοβιετναμέζων. Σίγουρα, δεν υπήρχε ούτε ίχνος από Βιετκόγκ, ήσαν ειρηνικοί χωριάτες, αλλά η διαταγή είχει δοθεί! Ανάμεσα στους άλλους πολυβολητές, ήταν κι ο ίδιος, γάζωνε με το βαρύ του πολυβόλο τους χωριάτες, που έτρεχαν πάνω κάτω, αλλόφρονες, μέχρι να πέσουν, χτυπημένοι από τις ριπές, των Ανθρώπων – απ΄τον – Ουρανό. Μετά, τα Χιούι προσγειώθηκαν, αδιάζοντας τα αγήματα του GI, που ανέλαβαν αμέσως, το έργο της πλήρους εξόντωσης. Ήταν ένα από τα τόσα άγνωστα Mυ Λάις. Τελικά, κληρονόμησε απ΄το Βιετνάμ, ένα ανάπηρο πόδι, κι ένα παράσημο. Γιατί είχε γίνει δολοφόνος; Ποιανού τα συμφέροντα υπηρετούσε, παρά, αυτής της Ελίτ- της Δύναμης, όπως έλεγε ένας Κοινωνιολόγος; Ενώ, αυτοί οι Ζιππυς, συγκρούσθηκαν μετωπικά με το Σύστημα, και τουλάχιστον είχαν καθαρή συνείδηση και γλύτωσαν από την ανθρώπινη αλληλοσφαγή. Είχαν βέβαια κι εκείνοι τους νεκρούς τους, στο Μπέρκλευ και στο Οχάιο, κι αλλού. Εκείνος, τι είχει κερδίσει, παίζοντας κορώνα – γράμματα, την ζωή του; Μια αναπηρία στο σώμα, και μια αναπηρία στην ψυχή. Και στην Πατρίδα; Πως αντιμετώπισαν τον γυρισμό του; Τον πέρασαν απλά, από ένα Ψυχιατρικό Κέντρο, όπου του έκαναν Συναισθηματική Υποστήριξη, που περιελάμβανε και ηλεκτροσόκ. Μετά τον άφησαν να παραδέρνει, χορηγώντας ένα επίδομα αναπηρίας. Αίφνης, εκεί που περπατούσε προσπαθώντας να προσανατολισθεί, για την μοναχική του κάμαρα, είδε στον τοίχο, μια επιγραφή. Ήταν ένα σύνθημα:
” ΔΟΥΛΕΥΕ – ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΕ – ΠΕΘΑΙΝΕ “. Ορίστε! Πάλι αυτοί οι ανατρεπτικοί. Γιατί να μη μπορούσε κι εκείνος, να κάνει, έστω κάτι ελάχιστο, ενάντια στην “ένομον τάξιν”;
Πήγε σ΄ένα κοντινό κιόσκι, και ζήτησε έναν μαρκαδόρο – στένσιλ. Ο περιπτεράς τον κοίταξε καλά – καλά. Του έδωσε τον μαρκαδόρο, δίνοντάς του τα μισά ρέστα.
“Και τα υπόλοιπα! Τι με πέρασες;!”
Ο άλλος στραβομουτσουνιάζοντας, του έδωσε τα ρέστα. Πήγε στον τοίχο, κι άρχισε να γράφει:
“ΚΑΤΩ….” Αλλά δεν πρόλαβε να τελειώσει. Τέσσερα στιβαρά μπράτσα τον γράπωσαν σαν μέγγενη, τον κόλλησαν στον τοίχο, του γύρισαν το μπράτσο πίσω στην πλάτη, ένοιωσε τον κρύο πόνο των χειροπέδων, στους καρπούς του, μια φωνή του παπαγάλισε τα δικαιώματά του. Μετά τον έσπρωξαν μέχρι το περιπολικό, και με μια βίαιη σπρωξιά, τον έβαλαν μέσα.
Στο Τμήμα του πήραν στοιχεία και αποτυπώματα, “Τι θα του καταλογίσουμε;” ” Έγραφε στους τοίχους, αντι- Αμερικανικά συνθήματα.” ” Γράψε: φθορά ξένης ιδιοκτησίας”
” Είμαι απόμαχος του Βιετνάμ”, έκανε να πει.
“Μπα; Γεια σου ήρωα. Χα! Χα! Και τώρα είσαι αγκιτάτορας; Δεν σου άρεσε που πολέμησες για ην Πατρίδα σου; Ε, Μπολσεβίκε;” Δεν θα τους έλεγε για το παράσημο.
Καθισμένος στο ράντσο του κελλιού του, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, είχε πάλι το ίδιο όνειρο: εκείνος, μόνος, στέκοντας μπροστά στις βρύσες, στο προάυλιο του Σχολείου, και απέναντί του, όλο το σχολείο μαζεμένο με τους Δασκάλους κ΄τον Διευθυντή μπροστά – μπροστά, να τον λοιδωρούν χυδαία, να τον δείχνουν, επιστρατεύοντας κάθε βρισιά. Κι εκείνος να προσπαθεί ν΄αντιδράσει, μάταια προσπαθώντας να τους καταβρέξει, βάζοντας τον αντίχειρα στην κάνουλα. Μετά, το όνειρο άλλαξε. Ήταν εκείνη η συμμορία κλεφτρονιών πού δεν τον άφηνε σε ησυχία στην γειτονιά, γιατί ήταν καλός μαθητής. Μια ζωή με σπρώχνουν έλεγε και ξανάλεγε, ναρκωμένος.
Την άλλη μέρα πήγε στο GUNSTOCK, ένα μεγάλο οπλοπωλείο. “Είμαι ήρωας του Βιετνάμ”, είπε. “Ζω στο γκέττο, είμαι φτωχός. Η ζωή μου κινδυνεύει από τους μαύρους και τους αναρχικούς.”
Ο πωλητής, βιάστηκε να τον εξυπηρετήσει. “Κοίτα, αν ΄κατεβάσεις΄ κανέναν απ’ αυτούς, να τον τραβήξεις μέσα στο σπίτι σου.” Αγόρασε ένα ημιαυτόματο “Orgis”.
Μια από κείνες τις μέρες κουβαλώντας το όπλο σε μια βαλίτσα, ανέβηκε σε μια εγκατελειμένη οικοδομή, κι άρχισε να “διαλέγει στόχους”.
“Εδώ είμαι!” φώναζε “Ελάτε να με σπρώξετε. Ελάτε! Καθίκια! Motherfuckers!”
Γρήγορα, η περιοχή γέμισε με δυνάμεις της αστυνομίας, της μισητής ενσάρκωσης όλων εκείνων που τον καταδυνάστευαν. Τους υποδέχτηκε με μια βροχή από σφαίρες. Κι εκείνοι τις ανταπέδωσαν. Μέσα σε τρεις ώρες το δράμα είχε λάβει τέλος.
‘Εβαλαν το πτώμα του σ΄ένα σάκκο, και τον κατέβασαν στον δρόμο.
“Υπάρχει ένα πρόβλημα”, είπε ένας των ειδικών Δυνάμεων, στον Επιθεωρητή. “Έχει καρφιτσωμένο στο στήθος του, έναν Σιδηρούν Σταυρόν.” “Συνηθίζω να λέω, πως δεν υπάρχει πρόβλημα χωρίς λύση. Φροντίστε να μην έχει το παράσημο όταν τον βγάλετε απ΄το Νοσοκομειακό.

Θανάσης

You may also like...

1 Response

  1. george says:

    Συγχαρητήρια! Εξαιρετική ιστορία.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

WP Facebook Auto Publish Powered By : XYZScripts.com